Συνέντευξη της Κας  Αλεξάνδρας Καππάτου
Εδώ και δεκαετίες, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, σε κάθε φυλή, κουλτούρα και θρησκεία, οι εργαζόµενες µητέρες βρίσκονται στο κέντρο ενός «δράµατος» που έχει µια και µόνο πράξη: πώς και σε ποιον θα αφήσουν το παιδί τους για να επιστρέψουν µετά την άδεια λοχείας πίσω στα εργασιακά τους καθήκοντα. Και το δράµα αυτό δεν προέκυψε ξαφνικά, ούτε χωρίς να έχει πίσω του πολύ καλό λόγο…

Από τη δεκαετία του ’60, οπότε και το θέµα άρχισε να ενδιαφέρει τους ερευνητές, είδαν το φως της δηµοσιότητας µελέτες που δεν ήταν καθόλου µε το µέρος των εργαζοµένων µαµάδων: τόνοι µελάνης χρησιµοποιήθηκαν για να εξηγήσουν το αν οι γυναίκες που δουλεύουν ρισκάρουν το µέλλον των παιδιών τους και τη σωστή τους ανατροφή. Κακές επιδόσεις στο σχολείο και προβλήµατα στη συµπεριφορά χρεώθηκαν κατά καιρούς στην απουσία της µητέρας από το σπίτι προτού το παιδί κλείσει τα τρία του χρόνια και η στροφή από το παραδοσιακό µοντέλο της µαµάς – νοικοκυράς στο µοντέλο µαµά – καριερίστα, επιστηµονικά τουλάχιστον, φαινόταν να «εκτροχιάζει» το οικογενειακό όχηµα.

Τι ισχύει λοιπόν; Εργασία και χαρά ή εργασία και ενοχές; Αυτή τη φορά, µια νέα έρευνα, απαντά: εργασία και χαρά!

Ένας µύθος καταρρίπτεται…

Τι κι αν βρισκόµαστε σε νέα χιλιετία; Η κουβέντα που ξεκίνησε 50 χρόνια πριν, µοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς οι ενοχές φαίνεται ότι δεν εγκατέλειψαν ποτέ τις σύγχρονες εργαζόµενες µητέρες. Μέχρι τώρα…

Έρευνα που δηµοσιεύτηκε στο Psychological Bulletin, µια έκδοση της Αµερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, έθεσε εκ νέου υπό µελέτη τα δεδοµένα από τις συνολικά 69 έρευνες που έγιναν την τελευταία 50ετία πάνω στο θέµα. Οι ερευνητές εστίασαν κυρίως στο πώς αναπτύσσεται η συµπεριφορά και πώς επηρεάζεται η σχολική πρόοδος παιδιών των οποίων οι µαµάδες επέστρεψαν κανονικά στην εργασία τους πριν εκείνα συµπληρώσουν τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής τους.

Κι εδώ είναι τα καλά νέα. Όπως αποδείχτηκε, τα παιδιά αυτά ούτε υστερούν σε ακαδηµαϊκές επιδόσεις, ούτε εµφανίζουν προβλήµατα συµπεριφοράς σε σχέση µε τα παιδιά που είχαν την τύχη να µεγαλώνουν µε τη µαµά στο σπίτι. Οι ερευνητές που δούλεψαν πάνω στη νέα συγκεντρωτική µελέτη, κατόρθωσαν να βρουν ελάχιστες αποδείξεις του κλισέ συσχετισµού «εργαζόµενη µητέρα – λίγος χρόνος – προβληµατική ζωή για το παιδί». Αντίθετα, βρέθηκαν µπροστά σε δύο θετικού προσήµου συσχετισµούς: τα παιδιά των οποίων οι µητέρες επέστρεψαν στην εργασία τους πριν από το όριο των τριών ετών, κρίθηκαν από τους δασκάλους τους ως παιδιά που στοχεύουν ψηλά και πετυχαίνουν τους στόχους τους, ενώ εµφάνισαν και λιγότερα προβλήµατα κατάθλιψης και άγχους.

Η κα Αλεξάνδρα Καππάτου, ψυχολόγος, παιδοψυχολόγος και συγγραφέας, δίνει και µια άλλη οπτική γωνία: «Θεωρώ ότι τα παιδιά των εργαζόµενων γονέων γενικά, δεν υστερούν σε τίποτα, όταν ο γονιός είναι δίπλα στο παιδί και έχει καλή επικοινωνία µαζί του. Ίσα ίσα, µάλιστα, θα έλεγα ότι τα παιδιά των εργαζόµενων µητέρων µπορεί να είναι σε καλύτερη «µοίρα» διότι η µητέρα τους κάνει κάτι που αγαπά πολύ. Και αυτό το αντιπαραθέτω στις µητέρες που µένουν στο σπίτι και µπορεί να δυσφορούν για το γεγονός ή να µην αφιερώνουν ποιοτικό χρόνο στα παιδιά τους. Πρόκειται για µητέρες που εν τέλει είναι ανικανοποίητες µη έχοντας αποδεχτεί ότι παίζουν µόνο ένα ρόλο, αυτόν του γονέα».

Ενοχές τέλος!

«Ποια µητέρα σήµερα έχει την πολυτέλεια να µεγαλώσει η ίδια το παιδί της έως τα τρία του χρόνια;», αναρωτιέται η Χαρά Δασκαλάκη, ιδιωτική υπάλληλος και µητέρα ενός κοριτσιού και ενός αγοριού, 4 και 2 ετών αντίστοιχα. «Αναγκάστηκα να γράψω τον µικρό µου σε παιδικό σταθµό προτού κλείσει καν τα 2 του χρόνια, καθώς δεν υπάρχει κάποιος που να εµπιστεύοµαι και να µπορεί να τον κρατάει. Τώρα και τα δυο µου παιδιά ξυπνούν πριν από τις 7 για να ετοιµαστούµε. Αν νιώθω ενοχές; Προσπαθώ να τις ξεπερνώ, ξέροντας ότι µεγαλώνουν χωρίς να στερούνται τίποτα», επισηµαίνει η κα Δασκαλάκη.

«Μαµάδες απενοχοποιηθείτε», συνεχίζει να λέει η µελέτη που δηµοσίευσε η Αµερικανική Ψυχολογική Εταιρεία. Καθώς δεν είναι µόνο τα χρήµατα µε τα οποία η µητέρα συνεισφέρει στον οικογενειακό προϋπολογισµό. Στο «οπλοστάσιο» της απενοχοποίησης οι εργαζόµενες µαµάδες µπορούν να συµπεριλάβουν, µε επιστηµονική πλέον «βούλα», τα εξής: σύµφωνα µε τις παραπάνω µελέτες, αποτελούν ένα θετικό πρότυπο εργατικότητας και διώχνουν το οικονοµικό άγχος από την οικογενειακή εστία! «Στην εποχή µας, µια γυναίκα δεν είναι δυνατό να συνειδητοποιεί τον εαυτό της εκτός του πεδίου της εργασίας. Το θέµα είναι πώς διαχειρίζεται το δίπολο οικογένεια – εργασία. Άλλωστε, πέρασε η εποχή που οι γυναίκες έµεναν στο σπίτι κι επιπλέον τώρα µοιράζονται µε τους συζύγους τους το µεγάλωµα των παιδιών», προσθέτει η κα. Καππάτου.

Μεγαλώνοντας σωστά παιδιά

Παρόλα αυτά, µια µελέτη δε µπορεί να αποτυπώσει την καθηµερινότητα µιας εργαζόµενης µητέρας ούτε την καθηµερινότητα των παιδιών που µεγαλώνουν, αφού ο κοινός χρόνος γονέων και παιδιών κατά τις καθηµερινές είναι ελάχιστος. Παιδιά που µένουν πολλές ώρες µόνα τους στο σπίτι και γονείς που πανικόβλητοι τα απογεύµατα προσπαθούν να προλάβουν το διάβασµα και όλες τις υπόλοιπες υποχρεώσεις, συνθέτουν ένα «σκηνικό» πολύ συνηθισµένο. «Τα παιδιά όντως αισθάνονται αποµονωµένα και αποξενωµένα, βιώνουν τα αρνητικά της πίεσης των γονιών και έχουν και τα ίδια άγχος και πίεση», λέει η ψυχολόγος, παιδοψυχολόγος και συγγραφέας Αλεξάνδρα Καππάτου, η οποία βεβαίως δεν παραλείπει να τονίζει ότι το «κλειδί» βρίσκεται στην επικοινωνία.

«Πρόκειται για έναν αγώνα δρόµου, κυρίως τα σαββατοκύριακα που προσπαθώ να αναπληρώσω το χαµένο χρόνο», απαντά η κα Δασκαλάκη, η οποία όµως είναι πεπεισµένη ότι µεγαλώνει σωστά τα παιδιά της, κυρίως επειδή προσπαθεί να περνάει όσο γίνεται πιο ωφέλιµο χρόνο µαζί τους.

Η κα Καππάτου επανέρχεται για να επιβεβαιώσει όλες τις έρευνες: «Μη ξεχνάµε ότι τα παιδιά είναι προσαρµοστικά, προσαρµόζονται στα σχέδια των γονιών. Συνεπώς, όχι ενοχές, καλό πρόγραµµα και ποιοτικός χρόνος».

Τι σηµαίνουν πρακτικά όλα αυτά; Η κα Καππάτου δίνει την εξήγηση: «Οι γονείς και κυρίως οι µητέρες, όταν επιστρέφουν στο σπίτι θα πρέπει – όσο γίνεται – να αποβάλλουν το άγχος και τα νεύρα της δουλειάς. Ας ασχοληθούν πρώτα µε τα παιδιά τους, έστω για ένα τέταρτο, πριν αρχίσουν να ελέγχουν το διάβασµα και τις υποχρεώσεις τους. Το σαββατοκύριακο πρέπει να βρίσκουν χρόνο – έστω και λίγο – που θα τον περάσει όλη µαζί η οικογένεια ξέγνοιαστα κι αν είναι δυνατόν µε πράγµατα που θα επιλέξει το παιδί».

Παιδιά υπό την επίβλεψη άλλων;

«Συζητήσαµε πολύ µε τον άνδρα µου και καταλήξαµε στο ότι από οικονοµικής πλευράς ήταν πιο συµφέρον να αφήσω τη δουλειά µου, αφού στην ουσία αν επέστρεφα όλος ο µισθός θα πήγαινε στην κυρία που θα κρατούσε το παιδί», λέει από τη µεριά της η Μάρω Νόττη η οποία εργαζόταν σε εταιρεία κινητής τηλεφωνίας.

Όταν τη ρωτάει κάνεις αν το σκέφτηκε καλά που εγκατέλειψε µια δουλειά στην οποία θα µπορούσε να κάνει καριέρα, η ίδια ελπίζει ότι θα µπορέσει να επιστρέψει µόλις ο γιος της πάει στο δηµοτικό και προς το παρόν δε µετανιώνει για την απόφασή της. «Πιστεύω ότι το παιδί µου δε θα µεγάλωνε το ίδιο καλά», δηλώνει. Ωστόσο παραδέχεται ότι το δίληµµα θα ήταν διαφορετικό αν υπήρχε η δυνατότητα να αφήσει το παιδί της µε κάποια γιαγιά ή παππού. «Για παιδικό σταθµό δεν το συζητούσα καν, όπως και δε συζητούσα την εναλλακτική της baby sitter, αλλά µε τους παππούδες είναι διαφορετικά», επισηµαίνει η κα Νόττη.

Αν οι γιαγιάδες απεργούσαν…

Το Σεπτέµβριο που µας πέρασε ένα συνδικάτο στην Ισπανία, το UGΤ, καλούσε τους υπερήλικους όλης της χώρας σε γενική απεργία. Με συνθήµατα όπως «Μάθετε να λέτε όχι» και «Μην αισθάνεστε ένοχοι», το συνδικάτο απευθύνθηκε σε «εργαζόµενους» που έχουν κουραστεί να προσέχουν τα εγγόνια τους, σε µια χώρα όπου υπολογίζεται ότι το 50% των γιαγιάδων αναλαµβάνει καθηµερινά τη φροντίδα των παιδιών τις ώρες που οι γονείς λείπουν για δουλειά, ενώ η µία στις οκτώ γιαγιάδες απασχολείται για περισσότερες από εννέα ώρες την ηµέρα!

Σε µια άλλη χώρα του νότου, στην Ελλάδα, τα πράγµατα δεν είναι καλύτερα. Όπως παραδέχεται η κα Δασκαλάκη, εάν είχε τέτοιου είδους βοήθεια θα ήταν σίγουρη για τον τρόπο που µεγαλώνουν τα παιδιά της. «Θα ήξερα ότι θα έπαιρναν καλό παράδειγµα και θα µεγάλωναν σωστά όπως εγώ», λέει.

Υπάρχει και ο αντίλογος, όµως, και τον εκφράζει η κα Μυρτώ Ράγγα, γεροντολόγος και project Manager της ΜΚΟ «50+ Ελλάς» που δραστηριοποιείται στο χώρο των δικαιωµάτων των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας. Σύµφωνα µε έρευνα της συγκεκριµένης Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης σε συνταξιούχους άνω των 55 ετών, το 41% δήλωσε ότι έχει τη διάθεση να κάνει πράγµατα για τον εαυτό του και να γίνει µέρος µιας οµάδας µε διάφορες δραστηριότητες ενώ οι 6 στους 10 είπαν ότι θα γινόντουσαν µέλη τέτοιων οµάδων αρκεί να είχαν το χρόνο.

«Υπάρχουν έρευνες στη Γερµανία που δείχνουν ότι αν κάποιος πλήρωνε την εθελοντική εργασία που κάνουν άτοµα άνω των 60 ετών, θα έπρεπε να δώσει πάνω από 60 δισεκατοµµύρια ευρώ το χρόνο», αναφέρει η κα Ράγγα, η οποία επισηµαίνει ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που παιδιά εκµεταλλεύονται τους γονείς. «Πολλές φορές οι γιαγιάδες αναγκάζονται να αναλάβουν πολλές περισσότερες ευθύνες από αυτές που αντέχουν. Ήρθε ο καιρός να απενοχοποιηθούν και οι γιαγιάδες και αν το αισθάνονται να το πουν ότι δεν αντέχουν να κρατήσουν τα παιδιά ή ότι θέλουν να κάνουν πράγµατα για τον εαυτό τους», καταλήγει η κα. Ράγγα.

Ποια είναι η λύση;

Μια σύγχρονη παροιµία λέει ότι «η χειρότερη γιαγιά είναι καλύτερη από τη καλύτερη ξένη». Στο δρόµο λοιπόν των απενοχοποιήσεων, από τη µια των εργαζόµενων µητέρων που αφήνουν τα παιδιά τους για να επιστρέψουν στη δουλειά και από την άλλη των γιαγιάδων που θυσιάζουν χρόνο, πόρους και δυνάµεις για να µεγαλώσουν τα παιδιά των παιδιών τους, η τρίτη λύση των baby sitter µοιάζει δαπανηρή και όχι µόνο. «Δε θα εµπιστευόµουν τα παιδιά µου σε µια ξένη», λέει η Χαρά Δασκαλάκη και προσθέτει «τουλάχιστον στον παιδικό σταθµό νοιώθω ότι έχω τον έλεγχο». Και η Μάρω Νόττη όµως, που επέλεξε να µεγαλώσει η ίδια το παιδί της, λέει ότι θα αισθανόταν ανασφάλεια αν έπρεπε να το εµπιστευτεί σε µια γυναίκα που δε γνώριζε πολύ καλά.

«Η γιαγιά είναι µια εύκολη λύση, αγαπά τα εγγόνια, ασχολείται ουσιαστικά και τα φροντίζει µε τον καλύτερο τρόπο», επισηµαίνει η Αλεξάνδρα Καππάτου. Ωστόσο, σύµφωνα µε τους ειδικούς, είναι άλλος ο ρόλος της γιαγιάς και άλλος ο ρόλος της µητέρας. Κατά την κα Καππάτου, ο ρόλος της γιαγιάς δεν είναι να κάνει κριτική στους γονείς των παιδιών. Ο ρόλος της είναι να ενισχύει αυτόν το γονέα, τηρώντας τα δεδοµένα που έχουν θέσει οι γονείς, χωρίς να σαµποτάρει τον τρόπο διαπαιδαγώγησης που έχουν θέσει. «Αν και πλέον οι περισσότερες γιαγιάδες είναι και οι ίδιες εργαζόµενες και δεν είναι διαθέσιµες να µεγαλώσουν τα εγγόνια τους, το πόσο καλές παιδαγωγοί θα είναι, εξαρτάται από τη σχέση που έχουν µε το δικό τους το παιδί: αν είναι ανταγωνιστική, εγκυµονεί κινδύνους. Ίσως θελήσει να πάρει το ρόλο του µεγαλώµατος από τη µητέρα. Αλλά όσο πιο υψηλό επίπεδο έχει µια γιαγιά, τόσο περισσότερο µπορεί να σεβαστεί τα όρια ακόµα κι αν διαφωνεί, αρκεί φυσικά να έχει µια καλή σχέση µε το παιδί της», καταλήγει η κα Καππάτου.


Πηγή: akappatou.gr